Πεντάλοφο - Ποδολοβίτσα
Αγαπητοί Επισκέπτες Καλώς Ήρθατε Στο Χωριό Μας
Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017 22:33 επισκέπτες: 34
Skip Navigation Links
Skip Navigation Links


Γράψτε μας!
Έχετε κάποια είδηση ή άποψη που θα θέλατε να φιλοξενηθεί στο pentalofo.gr; Έχετε κάποια απορία, ένσταση ή παρατήρηση; Στείλτε τη με email στο
webmaster@pentalofo.gr Το pentalofo.gr χτίζετε από εσάς!

ΑΡΧΑΙΑ ΣΑΥΡΙΑ

Η δεύτερη πύλη μετά την Αυλόπορτα
Η δεύτερη πύλη μετά την Αυλόπορτα

Η οχύρωση της αρχαίας Σαυρίας (Παλαιομάνινας), βρίσκεται στα Δ του Αχελώου, 44 χλμ. ΒΔ του Μεσολογγίου, σε απόσταση 16 χλμ. από τους Οινιάδες και 14 χλμ. από την αρχαία Στράτο. Αποτελεί μια από τις σημαντικότερες οχυρωμένες θέσεις της Δ όχθης του Αχελώου, που έλεγχε κατά την αρχαιότητα τα περάσματά του. Η ταύτιση της πόλης με την αρχαία Σαυρία αμφισβητείται, αφού κάποιοι την ταυτίζουν με την οχύρωση στη Ρίγανη (Δήμου Στράτου). Η ταύτιση που ακολουθούμε εδώ πιθανότατα είναι η σωστή, αφού η αρχαία πόλη της Παλαιομάνινας διέθετε ισχυρή οχύρωση και διπλή ακρόπολη, ενώ η οχύρωση της Ρίγανης διαθέτει μόνον ένα περίβολο και πιθανότατα πρέπει να ταυτιστεί με την αρχαία πόλη Μητρόπολη.

Η πόλη Σαυρία αναφέρεται μόνο μια φορά στην αρχαία βιβλιογραφία, από το Διόδωρο το Σικελιώτη (19. 67. 4), όταν ο Κάσσανδρος, το 314 π.Χ., κάλεσε τους Ακαρνάνες να συγκεντρωθούν σε οχυρωμένες πόλεις. Τότε οι κάτοικοι των Οινιαδών, οι οποίοι είχαν εκδιωχθεί από την πόλη τους από τους Αιτωλούς το 330 π.Χ., «συνήλθον επί Σαυρίαν». Ο περίβολός της, απλωμένος σε ένα χαμηλό ύψωμα (υψόμ. 120 μ.) στα ΒΑ του σημερινού χωριού Παλαιομάνινα, περιλαμβάνει όχι μόνο την οχύρωση της πόλης, αλλά και την διπλή (χωρισμένη εσωτερικά με διατείχισμα) ακρόπολής της. Έχει συνολικό μήκος γύρω στα 1.700 μ. και μόνο σε ένα μικρό τμήμα (στα Ν) απουσιάζει η τεχνική οχύρωση, αφού αναπληρώνεται από τη φυσική (γκρεμός).

Το τείχος της πόλης και της ακρόπολης περιλαμβάνει συνολικά 11 ορθογωνικής κάτοψης πύργους και 5 πύλες, με πιο σημαντικές τις δυο παραποτάμιες πύλες στα ανατολικά, τις οποίες για να προσπελάσει κάποιος έπρεπε να διασχίσει ένα μικρό τετράγωνο περίβολο (αυλή) τον οποίο αυτές πλαισίωναν. Η Ν πύλη από αυτές τις δυο πύλες, η οποία καλείται και αυλόπορτα, φέρει τοξωτή κάλυψη, ενώ η Δ φέρει οριζόντιο υπέρθυρο.

Στο εσωτερικό της οχύρωσης διακρίνονται εκτός από κάποια θεμέλια αρχαίων κτιρίων και ίχνη λιθόστρωτου δρόμου που οδηγούσε από την κεντρική παραποτάμια Ν πύλη (αυλόπορτα) στο εσωτερικό της πόλης.

Στην ευρύτερη περιοχή της πόλης έχουν ερευνηθεί τάφοι γεωμετρικών και ύστερων κλασικών χρόνων, αλλά και θολωτός μυκηναϊκός τάφος στη θέση Μίλα (μεταξύ Παλαιομάνινας και Πεντάλοφου).

ΠΡΟΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Τμήμα της Ακρόπολης
Τμήμα της Ακρόπολης

H Παλαιομάνινα βρίσκεται στην ακαρνική περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας. Ως γενάρχης των Ακαρνάνων αναφέρεται ο Ακαρνάν, γιός του Αλκμαίωνα. Η κατοίκιση της ευρύτερης περιοχής σύμφωνα με τα ευρήματα φαίνεται ότι άρχισε από τα νεολιθικά χρόνια.

Απέναντι από το χωριό βρίσκεται ο νεολιθικός οικισμός στη θέση '"Aγιος Ηλίας Ιθωρίας". Κατά την εσκαφή για τα θεμέλια της ενοριακής εκκλησίας του "Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης" ανακαλύφθηκαν πρωτογεωμετρικοί ταφικοί πίθοι.

Eπίσης πολύ κοντά στη θέση Μίλα έχουν βρεθεί συλημένοι μυκηναϊκοί τάφοι. Ιδιαίτερα η θέση της Μίλας θεωρείται μία από τις 7 θέσεις όπου φαίνεται ότι αρχίζει η κατοίκηση τα πρωτοελλαδικά χρόνια στην Ακαρνανία και συνεχίζεται και στη μυκηναϊκή εποχή.Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας "Καθημερινής"(Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 1965) :

«Σημαντικά ἀρχαιολογικά εὑρήματα ἦλθαν στό φῶς κατά το 1965 καί ἀπό τήν θέσιν τῆς Ἀκαρνανίας Μίλαν ποῦ εὑρίσκεται μεταξύ των χωρίων Παλαιομάνινας Ξηρομέρου καί Πεντάλοφου, ἀνατολικῶς του Ἀστακοῦ. Τα ἐρείπια ποῦ εὑρίσκονται εἰς τήν Παλαιομάνινα ἀνήκουν πιθανῶς εἰς τήν ἀρχαίαν πόλιν Ματρόπολιν (Μητρόπολιν). εἰς τήν θέσιν Μίλα Ξηρομέρου, μέσα στό κτῆμα του κ. Κ. Κουτσομπίνα, περί τα 250 μέτρα δυτικῶς τῆς κοίτης του Ἀχελώου, εἰς τήν περιοχήν ποῦ εἶχε ἄλλοτε μικρόν χωρίον, καταστραφέν πιθανῶς κατά τους ἀγῶνας του 1821, ἀνεσκάφη κατά το 1965 ὑπό του κ. Μαστροκώστα μεγάλος θολωτός τάφος, ποῦ εἶχε συληθεῖ πρό ἐτῶν ὑπό ἀρχαιοκαπήλων.

Ὁ τάφος αὐτός τῆς Μίλας εἶχε πρό τῆς εἰσόδου του στενότατον κτιστόν «δρόμον», ὁ ὀποίος κατέπεσε πρό πολλῶν ἐτῶν. Πρόκειται περί ἑνός ἐκ των μεγαλυτέρων θολωτῶν τάφων ὅλης τῆς Ἑλλάδος με διάμετρον 11,20 μέτρων. εἰς το περίβολον τῆς εἰσόδου του εἶχε τοποθετηθεῖ μονόλιθος μήκους 1,98 μέτρων, ὕψους 0,31 μέτρων καί πάχους 0,58 μέτρων. Ὁ μεγάλος αὐτός θολωτός τάφος τῆς Μίλας Ξηρομέρου παρουσιάζει εἰς τήν κατασκευήν του μεγάλην ὁμοιότητα με τους τέσσερις μυκηναϊκούς θολωτούς τάφους του 14ου αἰῶνα π.Χ. (Ὑστεροελλαδικός 3ης περιόδου), ποῦ ἀνεσκάφησαν προηγουμένως ἀπό τον κ. Μαστροκώστα εἰς το χωρίον Ἅγιος Ἠλίας τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου.εἰς τον λόφον του Αἰγίου Ἠλία, συμφώνως πρός τα ὑποθέσεις των εἰδικῶν, εὑρίσκετο κατά τήν ὁμηρικήν ἐποχήν ἡ πόλις Ὥλενος, ποῦ κατεστράφη ὑπό των Αἰτωλῶν τῆς Αἰτωλίας, καί ἀργότερον κατά τους ἱστορικούς χρόνους ἡ Ἰθωρία. Φωτογραφία τῆς ἀκροπόλεως του Ἁγίου Ἠλία καί ἑνός ἐκ των τεσσάρων θολωτῶν τάφων τῆς περιοχῆς δημοσιεύσαμεν μαζί με τις σχετικές λεπτομέρειες στήν «Καθημερινή» τῆς 21-03-1965.

Τμήμα της Ακρόπολης
Παραποτάμια Πύλη

Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος τῆς Μίλας Ξηρομέρου ἀνήκει πιθανῶς εἰς τήν βορειότερον κειμένην προϊστορικήν πόλιν τῆς σημερινῆς Παλαιομάνινας, ποῦ ταυτίζεται ὑπό του καθηγητοῦ Κ. Ρωμαίου με τήν Ματρόπολιν (Μητρόπολιν)».

Ο μυκηναϊκός θολωτός τάφος της Μίλας Ξηρομέρου ανήκει πιθανώς εις την βορειότερον κειμένην προϊστορικήν πόλιν της σημερινής Παλαιομάνινας, που ταυτίζεται υπό του καθηγητού Κ. Ρωμαίου με την Ματρόπολιν (Μητρόπολιν)».

Επίσης, στο Αρχαιολογικό Δελτίο 22 (1967), «Χρονικά», αναφέρεται ότι: «…Παρά την δεξιάν ὄχθην του Ἀχελώου ἐν θέσει Μίλα, μεταξύ των χωρίων Παλαιομάνινα και Πεντάλοφο (Ποδολοβίτσα) διενεργήθησαν δοκιμαστικαί ἀνασκαφαί παρά τα τοιχώματα του κυκλικοῦ θολωτοῦ μυκηναϊκοῦ τάφου (διάμετρος 10,50 μέτρων) καί ἀνεσκάφη ὅ εἰς αὐτό καταλήγων ἀπό ΝΑ στενός δρόμος (μῆκος 6,60 μέτρων καί πλάτους 0,62 – 0,74 μέτρων».

Επίσης στο κέντρο του χωριού σε ιδιοκτησία τότε του Γρηγορίου Κέκου, βρέθηκαν δύο ταφικοί πρωτογεωμετρικοί πίθοι, οι οποίοι περιείχαν αγγεία " δι’ αραιού μελανού γανώματος επηλειμμένα", καθώς επίσης και "οινοχόας - φλάσκας", μαχαιρίδια, περόνες, αιχμή δόρατος, δύο χρυσά δακτυλίδια κ.α. (Μουσείο Αγρινίου).

Στην Ιλιάδα η περιοχή της Ακαρνανίας εμφανίζεται να κατέχεται στο μεγαλύτερο τμήμα της από το βασίλειο των Επειών. Αντίθετα στην Οδύσσεια, μέρος της Ακαρνανίας εμφανίζεται να κατοικείται από Κεφαλλήνες και να ανήκει στο βασίλειο του Οδυσσέα. Η σημερινή έρευνα θεωρεί πολύ πιθανόν ότι η παράδοση για την φυγή του Ακαρνάνα από την ΒΑ Πελοπόννησο και την εγκατάστασή του στην Ακαρνανία δημιουργήθηκε τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. την εποχή του αποικισμού, οπότε οι Κορίνθιοι ίδρυσαν στην δυτική Ακαρνανία αποικίες και ζητούσαν ένα μυθολογικό υπόστρωμα για να στηρίξουν την επεκτατική τους πολιτική (Λεξικό Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα). Πάντως μέχρι το τέλος της Μυκηναϊκής εποχής (1150/1100 π.Χ.) οι Ακαρνάνες είναι άγνωστοι και η χώρα τους κατοικείται από Κεφαλλήνες.

ΑΡΧΑΙΑ ΕΠΟΧΗ

Πύργος στο αρχαίο κάστρο
Πύργος στο αρχαίο κάστρο

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της νεώτερης έρευνας, φαίνεται ότι οι Ακαρνάνες εγκαταστάθηκαν μεταξύ των ακτών του Ιονίου πελάγους και του Αχελώου, στην περιοχή που ονομάζεται στους ιστορικούς χρόνους Ακαρνανία, μετά την Δωρική εισβολή στην Πελοπόννησο, σε μια χρονολογία γύρω στο 1100 π. Χ. Κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα αποικίζουν την περιοχή της Ακαρνανίας οι Κορίνθιοι ιδρύοντας πόλεις όπως ο Αστακός, η Πάλαιρος, το Ανακτόριο και η Λευκάδα.

Οι Ακαρνάνες έγιναν γνωστοί με την συμμετοχή τους στο πλευρό των υπολοίπων Ελλήνων στους Περσικούς πολέμους του 5ου αιώνα π.Χ. Στην διαμάχη Αθήνας-Σπάρτης οι περισσότερες πόλεις της Ακαρνανίας πήραν το μέρος των Αθηναίων εκτός από εκείνες που είχαν φιλοκορινθιακά καθεστώτα.

Από τον 5ο αιώνα π.Χ. οι ακαρνανικές πόλεις είχαν συγκροτήσει το «Κοινό των Ακαρνάνων» με κέντρο την αρχαία Στράτο και με ακμάζουσα πορεία που είχε το χαρακτήρα των πόλεων-κρατών.

Στην διαμάχη του Φιλίππου Β΄ με τους Αθηναίους εντάχθηκαν στην αντιμακεδονική συμμαχία και στην μάχη της Χαιρωνείας (338 π.Χ.) πολέμησαν στο πλευρό των Αθηναίων, λόγω της συνεργασίας των αιωνίων αντιπάλων τους Αιτωλών με τους Μακεδόνες.

Δεν υπάρχουν στοιχεία για τους επόμενους αρχαίους και ελληνιστικούς χρόνους πέρα από το γεγονός ότι στην Ακαρνανία η κατοίκηση ήταν συνεχής μέχρι την κατάκτηση της από τους Ρωμαίους το 149 π.Χ., όπου αρχίζει η σταδιακή ερήμωση όλης της περιοχής λόγω ιδρύσεως της Νικόπολης και των Πατρών.

Υπάρχουν αντιγνωμίες για το αρχαίο όνομα και την ιστορία της περιοχής της Παλαιομάνινας και τελικά φαίνεται πως η απάντηση θα δοθεί μόνο από την αρχαιολογική σκαπάνη. Ο L. Heuzeuy στο βιβλίο του "Le mont Olympe et l' Acarnanie' (1860) θεωρεί πιο πιθανή την ονομασία Αρχαία Οιναία, επειδή ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι μεταξύ της περιοχής της αρχαίας Στράτου και της θάλασσας υπήρχε ένα φρούριο με το όνομα αυτό. Ο W.M.Leake κάνει μνεία στο βιβλίο του "Travels in the Morea" στην πόλη Ερυσίχη (η Ερυσίχη ήταν τοπική ηρωίδα κόρη του Αχελώου) καθώς επίσης και στην ακαρνανική σημαντική αρχαία πόλη Μητρόπολη. Η Μητρόπολη αναφέρεται ως σημαντική ακαρνανική πόλη, με ακρόπολη, κοντά στον Αχελώο ποταμό, την οποία κατέλαβε και κατέστρεψε ο Φίλιππος ο Ε' της Μακεδονίας (238 – 179 π.Χ.) μετά την αρχαία πόλη των Φοιτιών και Στράτου στην προσπάθειά του να αποδυναμώσει την Αιτωλική Συμπολιτεία.

Η Αυλόπορτα
Η Αυλόπορτα

Ο L. Heuzeuy κάνει επίσης αναφορά στην ακαρνανική πόλη Σαυρία, ως προγενέστερη ονομασία της περιοχής, εξαιτίας της ύπαρξης μέσα στο φρούριο πολλών γυμνών βράχων που ως γνωστόν αποτελούν τον αγαπημένο θώκο για τις σαύρες.

Η πόλη Σαυρία αναφέρεται όμως μόνο μια φορά στην αρχαία βιβλιογραφία, από το Διόδωρο το Σικελιώτη (19. 67. 4), όταν ο Κάσσανδρος, το 314 π.Χ., κάλεσε τους Ακαρνάνες να συγκεντρωθούν σε οχυρωμένες πόλεις. Τότε οι κάτοικοι των Οινιαδών, οι οποίοι είχαν εκδιωχθεί από την πόλη τους από τους Αιτωλούς το 330 π.Χ., «συνήλθον επί Σαυρίαν».

Συγκεκριμένες πληροφορίες για τη Μητρόπολη και τη Σαυρία, διασώζουν οι αρχαίοι ιστορικοί Πολύβιος ο Μεγαλοπολίτης (210-125 π.Χ.) και Διόδωρος ο Σικελιώτης (90-20 π.Χ.). Εξιστορώντας ο Πολύβιος την εκστρατεία του Φιλίππου Ε' της Μακεδονίας κατά των Αιτωλών, αναφέρει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του (219-217 π.Χ.) στην Αιτωλία και Ακαρνανία. Το 218 π.Χ., ο Φίλιππος μετά την καταστροφή του Θέρμου, αφού ελευθέρωσε τις Φυτείες, προχώρησε προς τη Μητρόπολη, στην ακρόπολη της οποίας είχε οχυρωθεί η αιτωλική φρουρά, δεν μπόρεσε όμως να την καταλάβει, γι' αυτό και πυρπόλησε την Κάτω Πόλη. Στη συνέχεια διαβαίνοντας τον Αχελώο, κατευθύνθηκε προς την Κωνώπη. Οι σύγχρονοι ερευνητές ταυτίζουν την Πραταριά της Ρίγανης με το σημείο διάβασης του Φιλίππου από την Μητρόπολη προς την Κωνώπη:"(ο Φίλιππος) προῆγεν ποιούμενος την πορείαν ἐπί Μητροπόλεως καί Κωνώπης, οἷ δέ Αἰτωλοί την μέν ἄκραν της Μητροπόλεως κατεῖχον, την δέ πόλιν ἐξέλιπον. Ο δέ Φίλιππος ἐμπρήσας την Μητρόπολιν προίει κατά το συνεχές ἐπί την Κωνώπην" ... "συνεχῶς νυκτοπορήσας, ἦκε πρός τον Ἀχελώον ποταμόν, ἄρτι της ἡμέρας, μεταξύ Κωνώπης καί Στράτου".Πολύβιος, Ιστορίαι Δ, 64 και Ε, 11

Ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρεται στα χρόνια του σκληρού ανταγωνισμού των Ακαρνάνων και Αιτωλών, την περίοδο των διαδόχων. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας Κάσσανδρος, το 314 π.Χ., έσπευσε να βοηθήσει τους συμμάχους του Ακαρνάνες στον αγώνα τους κατά των Αιτωλών, επειδή όμως δεν κατόρθωσαν να επανακτήσουν τις Οινιάδες, πριν αναχωρήσει για την πατρίδα του, συμβούλεψε τους φίλους του να συνοικήσουν στις μεγάλες και οχυρωμένες πόλεις, για να αντιμετωπίσουν τον αιτωλικό κίνδυνο. Υπακούοντας την προτροπή του, οι περισσότεροι Ακαρνάνες συγκεντρώθηκαν στη Στράτο. Ο κάτοικοι των Οινιαδών, που η πόλη τους είχε καταληφθεί από τους Αιτωλούς μαζί με άλλους -φυσικά και τους κατοίκους της Μητρόπολης- κατέφυγαν στο τείχος της Σαυρίας:

"Συναγαγών δέ (ο Κάσσανδρος) τους Ἀκαρνᾶνας εἰς κινῆς ἐκκλησίαν ... συνεβούλευεν ἐκ των ἀνωχύρων καί μικρῶν χωρίων εἰς ὀλίγας πόλεις συνοικήσαι ... πεισθέντων δέ των Ἀκαρνάνων οἵ πλεῖστοι μέν εἰς Στράτον πόλιν συνώκησαν, ὀχυρωτάτην οὖσαν καί μεγίστην, Ὀινιάδαι καί τίνες ἄλλοι συνῆλθον ἐπί Συρίαν, Δεριείες δέ μεθ' ἑτέρων εἰς Ἀγρίνιον".

Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη Ιστορική ΧΙΧ, 67, 4.

Έξοδος σε πύλη
Έξοδος σε πύλη του αρχαίου κάστρου προς τον Αχελώο

Η πόλη της Μητρόπολης είναι γνωστή επίσης από επιγραφικά και νομισματικά δεδομένα. Αντίθετα για τη Σαυρία απουσιάζουν τα επιγραφικά δεδομένα. Στις ανασκαφές του ναού του Απόλλωνα στο Θέρμο, βρέθηκε μία επιγραφή, που χρονολογείται στο 235 π.Χ. περίπου. Σύμφωνα με την επιγραφή αυτή, οι δύο χώρες των Οινιαδών και των Μητροπολιτών, οι οποίες υπάγονταν στο ακαρνανικό διαμέρισμα που ονομάζεται Στρατικόν τέλος, είχαν συνοριακές διαφορές. Η διένεξή τους φαίνεται ότι θεωρήθηκε πολιτειακή υπόθεση και για τη ρύθμισή της εκλέχτηκαν διαιτητές από το Θύρρειο. Η γεωδαιτική απόφαση (κρίμα γαϊκόν) των γαιοδικών καθόρισες ως αμοιβαία σύνορα των δύο ακαρνανικών πόλεων: "το διατείχισμα και από του διατειχίσματος ευθυωρία δια του έλεος εις θάλασσαν". Η απόφαση, για να θεωρηθεί απαράβατη, ορίστηκε να αναγραφεί στο ιερό του Απόλλωνα στο Θέρμο. Το κείμενο της επιγραφής έχει ως εξής:

ΣΤΡΑΤΑΓΕΟΝΤΟΣ ΧΑΡΙΞΕΝΟΥ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟΝ, ΚΡΙΜΑ ΓΑΪΚΟΝ ΣΤΡΑΤΙΚΟΥ ΤΕΛΕΟΣ. ΤΑΔΕ ΕΚΡΙΝΑΝ ΘΥΡΡΕΙΩΝ ΟΙ ΓΑΙΟΔΙΚΑ• ΟΡΙΑ ΤΑΣ ΧΩΡΑΣ ΟΙΝΙΑΔΑΙΣ ΠΟΤΙ ΜΑΤΡΟΠΟΛΙΤΑΙΣ ΤΟ ΔΙΑΤΕΙΧΙΣΜΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟΥ ΔΙΑΤΕΙΧΙΣΜΑΤΟΣ ΕΥΘΥΩΡΙΑΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΛΕΟΣ ΕΙΣ ΘΑΛΑΣΣΑΝ. ΑΝΑΓΡΑΨΑΤΩ ΔΕ ΤΟ ΚΡΙΜΑ Α ΠΟΛΙΣ ΤΩΝ ΟΙΝΙΑΔΑΝ, ΠΟΛΙΣ ΤΩΝ ΜΑΤΡΟΠΟΛΙΤΑΝ ΕΝ ΘΕΡΜΩΙ ΕΝ ΤΩ ΙΕΡΩΙ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ.

Αρχαιολογική Εφημερίς 1905, 57κε

Δύο άλλες επιγραφές, που βρέθηκαν στο ιερό του Απόλλωνος στο Άκτιο, αναφέρουν τα ονόματα δύο "επώνυμων" Μητροπολιτών: τον Προίτο, γιο του Διοπείθους και τον Δείνωνα, γιο του Δειμάχου, οι οποίοι κατείχαν το αξίωμα του Γραμματέως στη Βουλή του Κοινού των Ακαρνάνων:
α)"ΓΡΑΜΜΑΤΕΟΣ ΔΕ ΤΑΙ ΒΟΥΛΑΙ ΠΡΟΙΤΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΠΕΙΘΕΟΣ ΜΑΤΡΟΠΟΛΙΤΑ"
IG, IX, F, 208α, στ. 5,34
β)"ΓΡΑΜΜΕΤΕΟΣ ΔΕ ΤΑΣ ΒΟΥΛΑΣ ΔΕΙΝΩΝΟΣ ΤΟΥ ΔΕΙΝΟΜΑΧΟΥ ΜΑΤΡΟΠΟΛΙΤΑ"
G, IX, F, 209, στ. 3

Οι Ακαρνάνες Γραμματείς ήταν επώνυμοι άρχοντες, ο πολιτικός τους ρόλος ήταν αξιόλογος και εξέφραζαν τη θέληση των πολιτών όλων των πόλεων της Ακαρνανικής Συμπολιτείας.

Στη Σπάρτη βρέθηκε μία επιγραφή προξενείας, που μας πληροφορεί για τον προμνήμονα των Ακαρνάνων, κάτοικο Μητρόπολης, Φιλιστίωνα του Δεξάνδρου: "(ΣΥΜΠΡΟΜΝΑΜΟΝΟΣ) ΦΙΛΙΣΤΙΩΝΟΣ ΜΑΤΡΟΠΟΛΙΤΑ" (IG, IX, I², 2, 588, στ. 10)

Οι Προμνήμονες και οι Συμπρομνήμονες ήταν αξιωματούχοι προϊστάμενοι του ομοσπονδιακού συμβουλίου του Κοινού των Ακαρνάνων.

Η Μητρόπολις φαίνεται ότι στα τέλη του 4ου αιώνα βρισκόταν σε οικονομική ακμή και προχώρησε στην κοπή δικών της νομισμάτων, του τύπου των κορινθιακών πηγάσων, που απεικόνιζαν στην κύρια όψη τους τον φτερωτό Πήγασο και ανέφεραν την επωνυμία της πόλης τους. Η εύρεσή τους στην Ιταλία και τη Σικελία είναι μία έμμεση πηγή για τις σχέσεις, οικονομικές κυρίως και πολιτιστικές, με τον υπόλοιπο κόσμο (W. M. MURRAY, 1982, 488).

Η ταύτιση του Παλιόκαστρου της Ρίγανης απασχόλησε τους ερευνητές ήδη από τον περασμένο αιώνα. Οι γνώμες τους γενικά διίστανται μεταξύ Μητρόπολης και Σαυρίας.

Πρώτος ο L. Heuze, το 1856, ως μέλος της γαλλικής αρχαιολογικής Σχολής, επισκέφτηκε το Παλιόκαστρο της Ρίγανης και δημοσίευσε τα συμπεράσματά του στο βιβλίο "Le Mont Olympe et l' Acamanie" (1860).

Τμήμα της αρχαίας οχύρωσης
Τμήμα της αρχαίας οχύρωσης

Ο Γάλλος αρχαιολόγος υποστηρίζει ότι:

"Αρκεί να ανοίξουμε τον Πολύβιο, για να πειστούμε ότι αυτά τα ερείπια είναι της αρχαίας Μητρόπολης. Ο Φίλιππος ... κατασκήνωσε, σε απόσταση δέκα σταδίων από τη Στράτο, στη δεξιά όχθη του Αχελώου ... από κει προχώρησε προς νότο, με σκοπό να περάσει στην Ήλιδα. Τότε κατέστρεψε όλες τις πόλεις που συνάντησε, πάνω στις δύο όχθες του ποταμού, που ανήκαν στους Αιτωλούς, ... Βάδισε καταρχάς προς τη Μητρόπολη και την Κωνώπη ... αφού κατέστρεψε μερικά την πρώτη, διέσχισε το ποτάμι στα ρηχά με το στρατό του ... Ο Πολύβιος αναφέρει ότι με την προσέγγιση των Μακεδόνων, η αιτωλική φρουρά αρκέστηκε να υπερασπίσει την ακρόπολη, αφήνοντας το Φίλιππο να πυρπολήσει την κάτω πόλη ... Καταλαβαίνουμε ότι σ' αυτό το μέρος, μη όντας περιτριγυρισμένο από έναν κανονικό περίβολο, οι Αιτωλοί δεν σκέφτηκαν προς στιγμήν να αμυνθούν εκεί...".

Την άποψη του L. Heuze, ότι το Παλιόκαστρο της Ρίγανης ταυτίζεται με τη Μητρόπολη, ασπάζονται: ο Ε. Oberhummer (1887), o W. Powell (1904), o K. Ρωμαίος (1918), ο Ε. Μαστροκώστας (1968), ο G. C.affenbach (1957), η Κ. Αξιώτη (1980), ο Γ. Φερεντίνος (1986), ο Ν. Καπώνης (1995) κ.ά., οι οποίοι συνεκδοχικά ταυτίζουν τα ερείπια της Παλαιομάνινας με την αρχαία Σαυρία.

Ο Ε. Kirsten (1941), στηριζόμενος στον Πολύβιο, ο οποίος διαχωρίζει την ακρόπολη από την κάτω πόλη, ταυτίζει την Παλαιομάνινα με την αρχαία Μητρόπολη και το Παλιόκαστρο της Ρίγανης με τη Σαυρία. Με την άποψή του συντάσσονται οι: W. K. Pritchett (1991) και Δ. Στεργίου (1996) κ.ά.

Οι υποθέσεις και των δύο πλευρών στηρίζονται στα τοπογραφικά δεδομένα και κυρίως στη σύντομη αναφορά του Πολυβίου, στα γεγονότα του 219 π.Χ. Πιστεύουμε ότι μόνον η ανασκαφική έρευνα και τα in situ ευρήματα θα επιβεβαιώσουν την ταυτότητα του Παλιόκαστρου και θα μας οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ "ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ"

Στην ελληνική αρχαιότητα, "μητρόπολις" ονομαζόταν κάθε πόλη που έστελνε μία ομάδα πολιτών της για να κατοικήσουν και να σταδιοδρομήσουν σε νέο χώρο, αρκετά μακριά από τον τόπο καταγωγής τους, σε μια καινούρια πόλη, την αποικία. Η λέξη "μητρόπολις" δήλωνε αυτό που σημαίνουν τα δύο συνθετικάτης: μήτηρ+πόλις = μητέρα-πόλη, η πόλη που γεννά, που δημιουργεί άλλες πόλεις.


Στην κυρίως Ελλάδα η περισσότερο γνωστή Μητρόπολις βρισκόταν στη Θεσσαλία, νοτιοδυτικά της Καρδίτσας. Στην Ακαρνανία μνημονεύονται δύο πόλεις πόλεις με το όνομα "Μητρόπολις": η μία στην ανατολική παραλία του Αμβρακικού κόλπου, κοντά στις Όλπεις (Θουκυδίδης, Ιστοριών Γ, 107) και η άλλη στη δεξιά όχθη του Αχελώου ποταμού, μεταξύ Οινιαδών και Στράτου (Πολύβιος, Ιστορίαι Δ, 64), η οποία θα μας απασχολήσει στη συνέχεια.

Η παραπάνω ανάλυση του όρου "μητρόπολις" μας γεννά πολλά ερωτηματικά: ποιες άραγε αποικιακές δραστηριότητες απηχεί η ιστορία της δικής μας Μητρόπολης; Τα νομίσματα της πόλης που βρέθηκαν στην Ιταλία και Σικελία αποτελούν έμμεση πηγή για τις οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις της.

Η ΑΚΑΡΝΑΝΙΚΗ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΩΣ "ΠΟΛΗ-ΚΡΑΤΟΣ"

αυλόπορτα
Η «Αυλόπορτα».
Η πύλη δεν αντίκριζε το ποτάμι αλλά
ηταν στραμμένη πλάγια ώστε η πρόσβαση
στην είσοδο να ελέγχεται από τα
τείχη της πόλης.

Από τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η Μητρόπολις ήταν μία πόλη αυτόνομη με αποικιακή ίσως δραστηριότητα, με συμμετοχή στα κοινά του Κοινού των Ακαρνάνων και δικαίωμα κοπής νομισμάτων. Από τις λιγοστές αυτές πληροφορίες, αποδεικνύεται ότι η ακαρνανική Μητρόπολη αποτελούσε πόλη-κράτος, με όλη τη σημασία που έδιναν στον όρο οι αρχαίοι Έλληνες.


Όπως όλα τα τείχη της αρχαίας Ακαρνανίας, έτσι και το τείχος της Μητρόπολης είναι στενά δεμένο με το φυσικό τοπίο. Το πέτρωμα, που χρησιμοποιήθηκε για το κτίσιμό του είναι ο ντόπιος ασβεστόλιθος, ο οποίος από τη φύση του προκαθορίζει και τον τρόπο της τειχοδομίας.

Κύριο σύστημα τειχοδομίας είναι το πολυγωνικό, η ποικιλία όμως των διαστάσεων των ογκολιθικών δόμων και οι λεπτομέρειες του σχεδίου τους επιτυγχάνουν ένα μεγαλοπρεπές αποτέλεσμα. Η επιλογή του πολυγωνικού συστήματος δόμησης προτιμήθηκε για τεχνικούς αλλά και οικονομικούς λόγους, επειδή δηλαδή η ασβεστολιθική πέτρα αφθονεί στην περιοχή και με το εύκολο κόψιμό της σε πολυγωνικά σχήματα επιτυγχάνεται οικονομία εργασίας.


Με την κάθοδο των Δωριέων (1150-1050 π.Χ.), η Ακαρνανία βρίσκεται στον άξονα της κατεύθυνσής τους. Η πορεία τους από βορρά προς την Πελοπόννησο ασφαλώς ακολουθούσε την οδό, που μαρτυρείτε τα ιστορικά χρόνια ως τη ρωμαϊκή εποχή και τις μέρες μας, η οποία δια του Ακτίου και της διάβασης του Αχελώου - στο σημείο της Περαταριάς της Ρίγανης - οδηγούσε στο Αντίρριο. Η αρχαία Μητρόπολη κατέχει νευραλγική θέση και συμμετέχει με κάποιο τρόπο στα ιστορικά δρώμενα.

Στα χρόνια της θαλασσοκρατορίας των Φοινίκων (1050-800 π.Χ.) η έλλειψη ειρήνης στην περιοχή δημιούργησε αίσθημα ανασφάλειας στους Ακαρνάνες και τους ανάγκασε να οχυρώσουν τις πόλεις τους. Στα χρόνια αυτά ίσως πρέπει να τοποθετηθεί και η πρωιμότερη πιθανή χρονολογία (terminus ante quem) της κτίσης του τείχους της Μητρόπολης.

Την περίοδο του ανοίγματος των Κορινθίων (800-600 π.Χ.) προς δυσμάς, η Ακαρνανία, και η Μητρόπολη ασφαλώς, δέχτηκε την κορινθιακή επίδραση σε όλους τους τομείς της ζωής, αφού στις ακαρνανικές ακτές ιδρύονται κορινθιακές αποικίες. Οι Κορίνθιοι αποτέλεσαν για τους Ακαρνάνες και τους κατοίκους της Μητρόπολης πρότυπο της πολιτικής τους ζωής. Τα νομίσματα άλλωστε των Μητροπολιτών αυτό μαρτυρούν (κορινθιακοί στατήρες). Αυτή την εποχή, σε μια στιγμή κοινής εθνικής δραστηριότητας του πληθυσμού, γεννήθηκε και η ιδέα του Κοινού στους Ακαρνάνες, το πρώτο Κοινό της αρχαιότητας, η ύπαρξη του οποίου επιβεβαιώνεται από τον ιστορικό Θουκυδίδη (Γ΄, 107.2). Η Μητρόπολη είναι μία από τις σημαντικές πόλεις του Κοινού και οι κάτοικοί της εκλέγονται επώνυμοι άρχοντες στα ανώτερα αξιώματα της ακαρνανικής συμπολιτείας.

Στις παραμονές του Πελοποννησιακού Πολέμου, οι Ακαρνάνες είναι σύμμαχοι της Αθήνας εκτός από τις πόλεις Ανακτόριο, Σόλλιο, Οινιάδες και Αστακό που συμμάχησαν με τους Πελοποννησίους. Η πολιτική και οικονομική επιρροή της Αθήνας στη δυτική Ελλάδα ανέκοψε το εμπόριο των Κορινθίων στην περιοχή και κατ' επέκταση στην Ιταλία και Σικελία και συγχρόνως δημιούργησε όξυνση στις σχέσεις των δύο δυνάμεων.

Τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου φανερώνουν τις βλέψεις των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, Αθηνών και Κορίνθου, για την Ακαρνανία. Οι Ακαρνάνες, από την αρχή του πολέμου, δηλώνουν πίστη στην αθηναϊκή συμμαχία, γεγονός που δεν το συγχωρούν οι Κορίνθιοι, των οποίων τα συμφέροντα πλήττονται σοβαρά. Η πρώτη περίοδος του Πελοποννησιακού Πολέμου (431-421 π.Χ.) σημαδεύτηκε από τις πολεμικές επιχειρήσεις στην Ακαρνανία, τις οποίες ανέλαβαν οι ικανότεροι στρατιωτικοί των δύο εμπόλεμων συνασπισμών: από τους Σπαρτιάτες ο Ευρύλοχος και ο Κνήμος και από τους Αθηναίους ο Φορμίων και ο Δημοσθένης. Οι αθηναϊκές και πελοποννησιακές, που φτάνουν στην περιοχή διέρχονται από τη διάβαση του Αχελώου (τον Πόρο της Ρίγανης). Η ακαρνανική Μητρόπολη, που ελέγχει το πέρασμα του ποταμού, δέχεται ανάλογα τις φιλικές ή εχθρικές διαθέσεις τους.

Τμήμα από το τείχος
Τμήμα από το τείχος

Τα χρόνια της Σπαρτιατικής Ηγεμονίας (404-371 π.Χ.), υπήρξαν περίοδος ακμής για τους Ακαρνάνες. Έλεγχαν απόλυτα τον ρου του ποταμού Αχελώου σε όλο του το μήκος και το Αγρίνιο ήταν υπό την κατοχή τους. Ο ρόλος της Μητρόπολης διαγράφεται πρωταγωνιστικός. Οι Αιτωλοί όμως ενοχλήθηκαν από τις επεκτατικές διαθέσεις των γειτόνων τους και ζήτησαν τη συνδρομή των συμμάχων τους Σπαρτιατών. Ο Ξενοφώντας, στα έργα του "Ελληνικά" και "Αγησίλαος", εξιστορεί τις δύο εκστρατείες του Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησιλάου στην Ακαρνανία. Το 379 π.Χ., ο Αγησίλαος έχει στρατοπεδεύσει στη Στρατική πεδιάδα και ζητά, με πρέσβεις του, από το Κοινό των Ακαρνάνων να συμμαχήσουν μαζί του. Ο Αγησίλαος επιδόθηκε σε αργή λεηλασία της χώρας μέχρι τη μάχη που έδωσε στην πεδιάδα της λίμνης Αμβρακίας (Ρίβιο), όπου βρίσκονταν όλα τα βοσκήματα των Ακαρνάνων.

Εξιστορώντας τη μάχη αυτή ο Ξενοφών δεν αναφέρει καμία πόλη στα γύρω όρη, αντίθετα τονίζει ότι όσες φορές οι Ακαρνάνες υποχωρούσαν βρίσκονταν σε ασφαλές μέρος. Ο Αγησίλαος δεν κατάφερε να κυριεύσει καμία ακαρνανική πόλη, γιατί προφανώς αυτές ήταν οχυρωμένες:

"ἐπεί δέ διέβη ὁ Ἀγησίλαος πάντες μέν οἱ ἐκ των ἀγρῶν Ἀκαρνᾶνες ἔφυγον εἰς τά ἄστη, πάντα δέ τά βοσκήματα ἀπεχώρησε πόρρω, ὅπως μή ἁλίσκηται ὑπό του στρατεύματος"... "ταχύ γάρ ἦσαν ὁπότε ἀποχωροίην πρός τοῖς ἰσχυροῖς οἱ Ἀκαρνᾶνες"... "πρός ἐνίας δέ των πόλεων καί προσέβαλλεν, ὑπό των Ἀχαιῶν ἀναγκαζόμενος, οὐ μήν εἷλε γέ οὐδεμίαν" (Ξενοφώντος, Ελληνικά Δ, 6,4 και Δ, 6,12).

Υποθέτουμε ότι η αρχαία Μητρόπολις ήταν ένα από τα ισχυρά χωρία που αντιστάθηκαν στις επιθέσεις του. Το επόμενο έτος ο Αγησίλαος επανήλθε και άρχισε να πολιορκεί τις ακαρνανικές πόλεις, γεγονός που ανάγκασε τους Ακαρνάνες, για να αποφύγουν τις καταστροφές, να συμμαχήσουν μαζί του.

Με την εμφάνιση των Μακεδόνων στα ελληνικά δρώμενα, οι Ακαρνάνες διάκεινται φιλικά προς τον Φίλιππο και το γιό του Αλέξανδρο, γίνονται σύμμαχοί τους, χωρίς όμως να συμμετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις τους, ούτε στην ασιατική εκστρατεία έλαβαν μέρος.

Τμήμα από το τείχος
Τμήμα της παραχελωίτιδας πεδιάδας
(από τα αρχαία τείχη)

Η περίοδος των διαδόχων χαρακτηρίζεται ως περίοδος σκληρού ανταγωνισμού των Ακαρνάνων και Αιτωλών. Οι Ακαρνάνες συντάχτηκαν με την πολιτική του βασιλείου της Μακεδονίας, ενώ οι Αιτωλοί ανέπτυξαν μία ανταγωνιστική προς τους Μακεδόνες αυτόνομη επεκτατική πολιτική προς τα ανατολικά και τα δυτικά. Το 314 π.Χ. οι Αιτωλοί κατέλαβαν την ακαρνανική πόλη Οινιάδες, γεγονός που ανάγκασε τον Κάσσανδρο, βασιλιά της Μακεδονίας, να συνδράμει στους συμμάχους του Ακαρνάνες. Ο Κάσσανδρος, πριν επιστρέψει στην πατρίδα του, και ενώ οι Οινιάδες παρέμεναν στην κατοχή των Αιτωλών, προέτρεψε τους φίλους του να καταφύγουν στις μεγάλες οχυρωμένες πόλεις. Οι Ακαρνάνες συγκεντρώθηκαν σε τρεις πόλεις στο μέσο ρου του Αχελώου: τη Στράτο, το Αγρίνιο και τη Σαυρία. Η Μητρόπολη δεν αναφέρεται. Ίσως την ακρόπολή της κατέχουν οι Αιτωλοί.

Τον 3ο αιώνα π.Χ. οι πόλεις του Κοινού των Ακαρνάνων περνούν δύσκολες ώρες εξαιτίας της δημιουργίας ισχυρών δυνάμεων στην περιοχή της Ηπείρου και της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Το 262 π.Χ., υπογράφεται το Αιτωλοακαρνανικό Σύμφωνο, με το οποίο διαμελισμένη η Ακαρνανία περιέρχεται στους Αιτωλούς και Ηπειρώτες. Η Μητρόπολις βρίσκεται υπό αιτωλική κατοχή. Μετά το 230 π.Χ., οι Ρωμαίοι επεμβαίνουν ενεργά στα ελληνικά δρώμενα και οι Αιτωλοί, που εκδηλώνουν φανερά τα φιλορωμαϊκά αισθήματά τους, επιδίδονται σε επιδρομές κατά των ακρνανικών πόλεων, οι οποίες διατηρούν τη φιλία τους με τους Μακεδόνες.

Οι επόμενες συγκεκριμένες πληροφορίες διασώζονται από τον Πολύβιο. Στο συνέδριο της Κορίνθου, το 220 π.Χ., ο Φίλιππος ο Ε΄ της Μακεδονίας και οι άλλοι Έλληνες αποφασίζουν την καταστροφή της αιτωλικής δύναμης. Έτσι, το 219 π.Χ., ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος ο Ε΄ , με τη βοήθεια των Ακαρνάνων και των Ηπειρωτών, εισέβαλε στην αιτωλοκρατούμενη Ακαρναία. Επί τρία χρόνια διεξάγονταν πολεμικέ επιχειρήσεις στην ανατολική μεθόριο της Ακαρνανίας. Ο Φίλιππος, το 218 π.Χ., κατέστρεψε το Θέρμο και αφού ελευθέρωσε τις Φοιτίες, προχώρησε προς τη Μητρόπολη, στην ακρόπολη της οποίας είχε οχυρωθεί η αιτωλική φρουρά, δεν μπόρεσε όμως να την καταλάβει, γι' αυτό και πυρπόλησε την Κάτω Πόλη. Στη συνέχεια διαβαίνοντας τον Αχελώο, από τον Πόρο της Μητρόπολης, κατευθύνθηκε προς την Κωνώπη (Πολύβιος Δ, 64 και Ε, 11). Το 217 π.Χ. υπογράφηκε, από τους Αιτωλούς και τον Φίλιππο Ε΄ της Μακεδονίας, η ειρήνη της Ναυπάκτου και τα ακαρνανικά εδάφη επιστράφηκαν στους Ακαρνάνες. Οι Αιτωλοί όμως συμμάχησαν με τους Ρωμαίους, που τους βοήθησαν να επανακτήσουν την Ακαρνανία. Το 212 π.Χ. με το Αιτωλορωμαϊκό Σύμφωνο, η ακαρνανική ανατολική μεθόριος και οι πόλεις: Στράτος, Κορόντα, Μητρόπολις, Σαυρία και Οινιάδες παραχωρήθηκαν στους Αιτωλούς.

Ο Β΄ Μακεδονικός πόλεμος έληξε με την ήττα του Φιλίππου Ε΄, στις Κυνός Κεφαλές (197 π.Χ.)και οι Ρωμαίοι παρουσιάστηκαν στα Ίσθμια διακηρύττοντας "ελευθερία" στις ελληνικές πόλεις. Το 176 π.Χ., το Κοινό των Ακαρνάνων, σε έκτακτο συνέδριο, παρουσία του ρωμαίου στρατηγού Γάιου Πόπλιου, απέρριψε ως προσβλητική την πρόταση των Ρωμαίων να εγκατασταθούν ρωμαϊκές φρουρές στις πόλεις της ακαρνανικής συμπολιτείας.

Με την επικράτηση των Ρωμαίων στην Ελλάδα, όσοι από τους Ακαρνάνες δεν μετοίκησαν στη Νικόπολη (31 π.Χ.), έζησαν ασχολούμενοι με γεωργικο-κτηνοτροφικές εργασίες.

Χάρτης Αρχαίας Ακαρνανίας (1926)
Χάρτης Αρχαίας Ακαρνανίας (1926)

Αξίζει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στο πολύ ενδιαφέρον άρθρο του φιλολόγου Λίνου Γ. Υφαντή, σχολιάζοντας ένα χάρτη της αρχαίας Ακαρνανικής γης :

Ο εικονιζόμενος χάρτης που βλέπετε εκδόθηκε το 1926 και αναπαριστά την αρχαία Ελλάδα. Δημοσιεύτηκε το 1926 από τους Velhagen Klafing και φυλάσσεται στο Πανεπιστήμιο Austin του Τέξας, όπου και υπάρχει στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου.

Όπως παρατηρούμε, πολύ διαφορετική ήταν η Αιτωλοακαρνανία πριν 2500 χιλιάδες χρόνια περίπου .

Το νοτιοδυτικό τμήμα της, στις σημερινές εκβολές του Αχελώου είναι τελείως διαφορετικό: Απέναντι στους σημερινούς νήσους Εχινάδες, δεν υπήρχε η σημερινή πεδινή περιοχή, αλλά αντίθετα ήταν καλυμμένη με νερό Όπως μας λέει χαρακτηριστικά ο Θουκυδίδης η περιοχή των Οινιάδων το χειμώνα λίμναζε από τα νερά του Αχελώου και έκανε τη στρατοπέδευση σ’ αυτή αδύνατη. Την εποχή αυτή ο ποταμός Αχελώος λέγεται ότι ήταν πλωτός μέχρι την πόλη Στράτος.

Η πόλη των αρχαίων Οινιαδών ήταν ένα από τα σπουδαιότερα αρχαία Λιμάνια, εγκαταστάσεις των οποίων σώζονται ακόμα και σήμερα(!). Εκεί έγινε και η ναυμαχία Αθηναίων-Μακεδόνων το 323 π.χ.

Καλυμμένη με νερό ήταν επίσης μεγάλο τμήμα της πεδινής περιοχής νότια του όρους Αράκυνθος, όπου σχηματίζονταν μικρά νησάκια. Αναφερόμαστε σε εκτάσεις πλησίον των σημερινών λιμνοθαλασσών του Αιτωλικού και του Μεσολογγίου. Αντ΄αυτού η θέση των αρχαίων πόλεων Καλυδώνα και Πλευρώνα ήταν πολύ πιο κοντά στη θάλασσα από ότι είναι σήμερα, για αυτό και είχαν τεράστια στρατηγική σημασία.

Ο χάρτης των πόλεων ήταν τελείως διαφορετικός. Από τη μια οι Ακαρνανικές πόλεις: Στη περιοχή της σημερινής Ακαρνανίας δεσπόζουν στη περιοχή της Αμφιλοχίας η Λιμναία ( ήταν πιο κοντά στη σημερινή πόλη από ότι δείχνει ο χάρτης) και το Αμφιλοχικό Άργος, η Μεδεών ( κοντά στη σημερινή Κατούνα), το Θύρρειο ( έδρα του Κοινού των Ακαρνάνων για πολλά χρόνια όπως και η αρχαία πόλη «Στράτος»), ενώ παράλληλα στις δυτικές ακτές της Ακαρνανίας από βόρεια προς νότια διακρίνονται το Ανακτόριο ( κοντά στη σημερινή Βόνιτσα), το Σόλλιον ( Πάλαιρος) η Αλυζία, ( κοντά στο σημερινό Μύτικα), ο Αστακός και φυσικά η αρχαία πόλη των Οινιαδών.

Αντίθετα στη Αιτωλία παραθαλάσσιες πόλεις στο σημερινό Πατραϊκό Κόλπο διακρίνονται: Η Πλευρώνα, η Καλυδώνα, η αρχαία Χαλκίδα ( που μέρος της είναι βυθισμένο πια στο Πατραϊκό κόλπο, η Μακύνεια και φυσικά η Ναύπακτος. Στην ενδοχώρα δεσπόζει φυσικά το Θέρμο, έδρα του Κοινού των Αιτωλών , οι παραλίμνιες πόλεις Λυσιμαχεία, Πάμφιο, Θέστιο και φυσικά το αρχαίο Αγρίνιο, το οποίο ήταν ήδη γνωστό στους αρχαιολόγους.

ΑΞΙΟΣΗΜΕΙΩΤΑ.

Τμήμα του τείχους
Τμήμα του τείχους

Για κάποιες περιοχές οι πληροφορίες είναι συγκεχυμένες. Προφανώς αυτός είναι και ο λόγος που δεν αποτυπώνονται στο χάρτη που βλέπετε.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η λίμνη Βουλκαριά, κοντά στη σημερινή Βόνιτσα. Σύμφωνα με κάποιες εκδοχές η Βουλκαριά ήταν λιμνοθάλασσα εκείνη την εποχή και τα νερά της έφτανα ως τον Αμβρακικό κόλπο. Από τη σημερινή Βουλκαριά διέφυγε στην αρχαιότητα, σύμφωνα με εκτιμήσεις ιστορικών, η Κλεοπάτρα και Αντώνιος με το στόλο τους ύστερα από την ήττα του στόλου τους στο Άκτιο το 31 π.χ. μέσω ενός καναλιού. Αυτό λέγεται ότι είχε διανοιχθεί με εντολή της βασίλισσας της Αιγύπτου, το οποίο ξεκίναγε από τη λίμνη και κατέληγε κοντά στη σημερινή Πάλαιρο.

Κλείνοντας αξίζει να αναφέρουμε ότι σύμφωνα με αρχαίους συγγραφείς η Αιτωλοακαρνανία ήταν ενωμένη στην αρχαιότητα με τη Λευκάδα. Συγκεκριμένα ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων στο έργο του «Γεωγραφικά» αποκαλεί ουσιαστικά την Λευκάδα «Χερσόνησο της Γης των Ακαρνάνων» (Ακτήν Ηπείρον) ενώ την απέναντι απ’ την Ιθάκη και την Κεφαλλονιά περιοχή ονομάζει «Ηπειρον» εννοώντας την Ακαρνανία˙ ( Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Ρίζα Αγρινιωτών" ) (Πηγές:Παναγιώτη Β. Ζώγα: «Από την Μητρόπολη της αρχαίας Ακαρνανίας μέχρι την Παλαιομάνινα». Δημήτρη Λ. Στεργίου: « Η Παλαιομάνινα από τα βάθη των αιώνων έως σήμερα»)

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΧΗ

Ερειπωμένη εκκλησία
Ερειπωμένη εκκλησία στο βελανιδοδάσος Παλαιομάνινας

Ο Ιουδαίος (από την Ισπανία) περιηγητής (1160 μ.Χ) Βενιαμίν εκ Τουδέλης αναφέρει στο Οδοιπορικό του, ότι υπήρξε μια πόλη (Αχελώος) που σύμφωνα με τον μελετητή Μιχαήλ Δένδια πρέπει να ήταν ακαρνανική, αν και καθηγητής κ Αθανάσιος Παλιούρας καταδεικνύει ως την πόλη "Αχελώος' τον παραποτάμιο χώρο του Αγίου Γεωργίου του Κισσώτη που είναι στην Αιτωλία και ο Κ Κώνστας το αιτωλικό πάλι Μάστρο. Το σχετικό κείμενο του Ισπανού περιηγητή γράφει:

"Ἐκεῖθεν (δηλ ἐκ Κερκύρας) ὑπάρχει ταξείδιον δύο ἡμερῶν μέχρι της χώρας της Λάρτας, ὅπου ἄρχονται αἰ κτήσεις του Μανουήλ ἡγεμόνος των Ἑλλήνων. Εἶναι φρούριον περιλαμβᾶνον μέχρις ἑκατόν Ἰουδαίων, ἐπκεφαλῆς των ὁποίων εὑρίσκονται οἱ ραββίνοι Σελαχίας καί Ἡρακλῆς. Ἐκεῖθεν (δηλ ἐκ Λάρτας) χρειάζεται κανείς δύο ἡμέρας μέχρι του ἀφίλου (πρόκειται ἀναμφιβόλως περί πόλεως Ἀχελώου) φρούριον ἐπί τον ὁποῖον εὑρίσκονται περίπου τριάκοντα Ἰουδαίοι, ἔχοντας ἐπικεφαλής το ραββίνον Σαββατάϊ. Ἐκεῖθεν (δηλ εξ Ἀχελώου) χρειάζεται ἡμίσειαν ἡμέραν μέχρις Ἀνατολικοῦ , το ὁποῖον κεῖται ἐπί "βραχίονος θαλάσσης". Ἐντός μιᾶς ἡμέρας μεταβαίνει ἐκεῖθεν εἰς Πάτρας".

Η αναφερόμενη από τον Βενιαμίν εκ Τουδέλης πόλη του αχελώου ταυτίζεται με την Παλαιομάνινα για τους ακόλουθους λόγους:
1. ο Βενιαμίν εκ Τουδέλης αναφέρει ότι η πόλη του Αχελώου ήταν φρούριο (οχυρωμένη) και παρά τον Αχελώο, στοιχεία που συγκεντρώνει μόνο σχεδόν η Παλαιομάνινα.
2. στην ακρόπολη υπάρχει μια δίδυμη βυζαντινή υδατοδεξαμενή με εκπληκτική, για την εποχή εκείνη, μόνωση, που σημαίνει, ότι κατοικούνταν κατά την περίοδο αυτή
3. τα τείχη της ακρόπολης της Παλαιομάνινας έχουν επιδιορθωθεί με ασβεστολάσπη, πρακτική που εφαρμοζόταν μόνο κατά τη Βυζαντινή Εποχή
4. οι χρονομετρικές αποστάσεις δικαιολογούν τη θέση της πόλης του Αχελώου στην Παλαιομάνινα
5. η περιοχή είναι γεμάτη από βυζαντινές εκκλησίες και ξωκκλήσια, από τα οποία τα περισσότερα είναι σήμερα ερειπωμένα
6. όπως επισημαίνει ο Μιχαήλ Δένδιας στα "Ηπειρωτικά Χρονικά" η πόλη του Αχελώου ήταν ακαρνανική.
Πηγή: Δ Στεργίου, (Εφημερίδα "Παλαιομάνινα", Αρ. Φύλ 8, 2011)

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η Κούλια
Η "Κούλια" της Παλαιομάνινας

Λίγα είναι γνωστά για την εποχή της Τουρκοκρατίας παρότι υπάρχουν μαρτυρίες για κατοίκηση του χωριού στην περιοχή "Παζαράκι" νοτιοανατολικά του χωριού. Προς την ίδια κατεύθυνση αλλά πιο ανατολικά μέσα στο βελανιδοδάσος υπάρχουν και σήμερα σε ιδιόκτητη γη ερείπια ενός οικήματος που ονομάζεται από τους ντόπιους "κούλια" ή "κούλα" της Παλαιομάνινας δηλαδή του αρχοντικού Τούρκου Αγά ή Διοικητή. Δίπλα στην κούλια διακρίνεται μικρός οικισμός μάλλον από τους εργάτες και υπαλλήλους του αγά. Ο ιδιοκτήτης της κούλιας της Παλαιομάνινας θεωρείται ότι ήταν ο Ισμαήλ Αγάς ο οποίος πρέπει να ήταν σύγχρονος του Γιακούμπ Αγά της Πενταλόφου (τότε Ποδολοβίτσα) και κατείχε σημαντικό αριθμό στρεμμάτων στη γύρω περιοχή. Η θέα από την κούλια αυτή είναι πανοραμική, εκπληκτική και εκτείνεται από την πόλη του Αγρινίου έως και το Αιτωλικό (περιλαμβανομένης και της περιοχής Μίλα Παλαιομάνινας). Επίσης την ίδια περίοδο αναφέρεται (βλ δημοσίευμα Καθημερινής παραπάνω) ότι πρέπει να υπήρχε πλησίον της κοίτης του ποταμού στη θέσιν Μίλα μικρό χωριό "καταστραφέν πιθανώς κατά τους αγώνας του 1821".